Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ


  


ΚΑΡΔΙΑ του χειμώνα.Χριστούγεννα,Αη-Βασίλης,Φώτα·νυχτώνει στην Ερμού,ανάβουν φώτα·μαγαζιά κλειστά·διαβάτες λίγοι,βιαστικοί,τρέχουν στα σπίτια τους,να κάνουν πως γιορτάζουν·χιονόνερο πυκνώνει και τα βάφει όλα λευκά,σκεπάζει φτώχεια,ράκη ονείρων και σκουπίδια.
Η γυναίκα με τα ψώνια κατεβαίνει την Ερμού·φοράει μαύρα·παλτό,μπότες,σκούφο·κάθεται στο πεζούλι,έξω απ’την Καπνικαρέα,να ξαποστάσει.
Κάθεται,απλώνοντας τα πόδια·χαζεύει τους περαστικούς·κρυώνει,μα δεν βιάζεται·ούτε την περιμένουν·φέτος,μόνη της.
Πέρσι ακόμα είχε οικογένεια·άντρα,παιδί·εκείνος έφυγε·καρδιά,στα ξαφνικά·η κόρη ξενιτεύτηκε·να βρει δουλειά,Αγγλία·οι γονείς της στο χωριό·μα δεν πηγαίνει·όλο θα κλαίνε·ούτε στους φίλους,που θα λεν συλληπητήρια. Θέλει μόνη·δίχως κλάματα,μιζέριες·αξιοπρεπώς.
Βαραίνει όπως τα σκέφτεται·κουμπώνεται·κρυώνει·νιώθει ρίγη·δεν σηκώνεται.
Να πάει σπίτι;με τους τοίχους;άσε που δεν θ’ανάψουν φέτος·κρίση·τρόικα,μνημόνιο…όποιος αντέξει·…της είπανε να πάει να πάρει σύνταξη…δεν νιάζεται.
Βγάζει τα σπίρτα·ψαχουλεύει το κουτί-το κορίτσι με τα σπίρτα·να σκάρωνε,λέει,ένα σκετσάκι·όπως τότε στο σχολείο«πάρτε σπίρτα απ’τη φτωχιά,την ορφανή!»ωραία θα’τανε- πως έλεγε η γιαγιά;

Μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ φωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις, μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη»

Πέρασε ένας αλήτης και την κοίταζε με τρόπο .
.…πως ν’αγαπήσεις όπως έγινε αυτή η πόλη,σκέφτηκε η γυναίκα
Ο αλήτης της έκλεισε το μάτι.
-Πόσο πάει;
 Σκέφτηκε να του ρίξει κλώτσο·αλλά δεν τ’αποφάσιζε·αυτός γελούσε σαν ηλίθιος·βρώμαγε ούζο και ξεφτίλα.
Η γυναίκα σηκώθηκε·έκανε τον κύκλο·πήγε αριστερά απ’την εκκλησιά· την ακολούθησε.
-Χρόνια πολλά!καλά γαμίσια!φώναξε
Άδραξε το κινητό η γυναίκα.
-Αστυνομία!
Ο αλήτης το’βαλε στα πόδια.

Η γυναίκα πήγε κι άραξε κάτω απ’τα κυπαρίσσια·στο απάγγιο,στο πεζούλι.
Κανείς δεν πέρναγε·ησύχασε·αναστέναξε. Έβγαλε,άναψε σπίρτο·άστραψε η φλόγα του·μαχαίρωσε τη νύχτα και φωτίστηκαν τα μάτια της·την τύλιξε η αχλύ της θαλπωρής·πέταξε πίσω.
Στρωμένο το τραπέζι,γιορτινό·το τζάκι τρίζει·εκείνη κι η αδελφή της παίρνουν δώρα απ’τον πατέρα·Αη-Βασίλης γελαστός,τις αγκαλιάζει,τις φιλά·δεν θα τις αποπάρει,δεν θα ουρλιάξει σήμερα,ούτε θα πει,σκάστε,το Χριστό σας!
Πάνω που πάει να ζεσταθεί,το σπίρτο μαύρισε και χύμηξε ο χιονιάς·έσφιξε χείλη.Έβγαλε κι άναψε δυο σπίρτα μαζί·να κρατήσει.
-
Αίθουσα υπόγεια,σκοτεινή,όλο καπνούς·σ’ένα πατάρι,δυο μυστήριοι με μουστάκια γραντζουνάνε μπαγλαμάδες·μπροστά ένας μακρυμάλλης·ουλές στα χέρια,σύννεφα στα μάτια·φουμάρει ένα τσιγάρο σαν κανόνι και παίζει στον τζουρά μια ζειμπεκιά της φυλακής.
Μπρός του χορεύει νταλκαδιάρικα,βαριά η μαυροντυμένη·φέρνει βόλτες·ο χορός είναι αντρικός,όμως εκείνη το κατέχει·άσε που-τι παράξενο!δεν είναι πια γυναίκα που χορεύει·το κορμί βαρύ,αντρίκιο κι ο χορός αρσενικός.
Φύσηξε πάλι·και ξανάσβησε το σπίρτο, εκει που’λεγε το Καίγομαι…
-
Το κρύο δάγκωνε·είχε αρχίσει να το στρώνει·μύγες λευκές στριφογυρνούσανε,χόρευαν μεθυσμένες·σκέπαζαν την ασχήμια,τα σκουπίδια,το κενό,η πόλη ομόρφαινε·νιφάδες της δροσίζανε τα μάγουλα,τους ώμους,το σαγόνι·η γυναίκα έτρεμε τώρα·είχε ρίγος,πυρετό·τα δόντια της κροτάλιζαν·αλλά δεν το κουνούσε.
Έπιασε κι άναψε τρία σπίρτα μαζί·η φλόγα θέριεψε·ταξίδεψε.
Ξεπρόβαλλε μπροστά της ο ψηλός·δυο μέτρα,γίγαντας·λαχτάρισε.
-Παραμονή σήμερα·έλα να χορέψουμε,είπε ο γίγαντας,τινάζοντας απ’τα μαλλιά το χιόνι.
Μα εκείνη τον κοιτούσε·η καρδιά της να χτυπά σαν του παιδιού
-Αγκάλιασέ με,είπε όλο λαχτάρα
Άπλωσε τις χερούκλες του·χάθηκε στην αγκάλη του·της κόπηκε η ανάσα·όλα γελούσαν·ήταν πάλι·υπήρχε·ανάσαινε.
-Σε θέλω· πίσω,του είπε
Αυτός δεν μίλαγε.
-Σε θέλω·πίσω…
Την κοίταξε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν
-Εγω τώρα… ανήκω αλλού…
-Ε τότε,πάρε με!για τελευταία·του φώναξε·όπως δεν μ’έχεις ξαναπάρει.
…Ένα χρόνο δίχως άντρα·δίχως φλόγα,θαλπωρή·τρελλή απο έξαψη,ξεκούμπωσε τα ρούχα της·έβγαλε το παλτό της και το πέταξε στο χιόνι·έβαλε το σκουφί της μαξιλάρι·χαμογέλασε·ξαπλώθηκε με βιάση στο πεζούλι·αφέθηκε·χαλάρωσε·την τύλιγε το χιόνι·ζεστασιά φρικιαστική·ονείρου θάμβος·θαλπωρή του παραδείσου·πνοή χαράς.
Ξεκούμπωσε αργά το παντελόνι·το κατέβασε και φάνηκε η κιλότα,κόκκινη,αίμα.
Κρύωνε και καιγόταν,σπαρταρούσε και ριγούσε κι ηδονίζονταν θεσπέσια.
-Πάρε με! φώναξε
Αυτός έπεσε πάνω της·κυλίστηκαν στο χιόνι·και τίναζε η γυναίκα το κεφάλι,σπαρταρούσε και βογκούσε·νιφάδες γύρω αρμένιζαν και στόλιζαν τις μπούκλες της,τα φρύδια της,το στόμα της,τα χείλη της,που σκέπαζε ο άντρας με φιλιά.

Ύστερα,μπήκε μέσα της·σαν φλόγα,σαν κομήτης·έμπαινε καίγοντας τις πίκρες,τα κενά,τις ερημιές της·βογκούσε με μισάνοιχτο το στόμα και ριγούσε όπως την γέμιζε η φωτιά του·της έκανε έρωτα με σπαραγμό,με τρέλλα·ως το ξημέρωμα·ανάσα δεν την άφηνε να πάρει.
Χιόνιζε τώρα για καλά·όλα τριγύρω είχαν παγώσει,αλλά μέσα της καιγόταν·ελεύθερο το σώμα και το πνεύμα της αλήτευε ψηλά…

Έτσι την βρήκαν το πρωί οι σκουπιδιαραίοι. Ανάσκελα,κάτω απ’ τα κυπαρίσσια,στην πεζούλα,δεξιά απ’την εκκλησιά·χιόνι είχε στοιβαχθεί πάνω στο χιόνι·σεντόνι,σάβανο λευκό την περιτύλιγε·κοιμόταν κι είχε ασπρίσει.
Ο σκουπιδιάρης έσπευσε·γονάτισε,της έβγαλε τη βέρα απ’τον παράμεσο,την τσέπωσε·την κοίταζε απορώντας·μαύρη κηλίδα μέσα στ’ άσπρο του χιονιού·χαμόγελο χαράς στο πρόσωπό της·χαμόγελο έκστασης·το’να της χέρι στην καρδιά και τ’ άλλο μέσα απ’την κιλότα,που κοκκίνιζε σαν αίμα.
Και μάζεψε ο άντρας από δίπλα το κουτάκι με τα σπίρτα…

3 σχόλια:

Δανάη είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Δανάη είπε...

Πολύ ωραία τα παραμύθια σου!Μπράβο!

Ανώνυμος είπε...

ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ ΠΟΛΥ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΟΥ! ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΚΑΙ ΓΕΜΑΤΕΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ! ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΑΓΓΙΞΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΞΥΠΝΗΣΟΥΝ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ!